时髦 έννοια και προφορά

时髦
Απλοποιημένη λέξη
時髦
Παραδοσιακή λέξη

时髦 ελληνικός ορισμός

shí máo

  • μόδας

HSK level


Χαρακτήρες

  • 时 (shí): χρόνος
  • 髦 (máo): χαίτη