昏迷 έννοια και προφορά

昏迷
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

昏迷 ελληνικός ορισμός

hūn mí

  • κώμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (hūn): λιποθυμία
  • (mí): ανεμιστήρας