暴力 έννοια και προφορά

暴力
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

暴力 ελληνικός ορισμός

bào lì

  • βία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 暴 (bào): βίαιος
  • 力 (lì): δύναμη