更新 έννοια και προφορά

更新
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

更新 ελληνικός ορισμός

gēng xīn

  • εκσυγχρονίζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (gèng): περισσότερο
  • (xīn): νέος