服气 έννοια και προφορά

服气
Απλοποιημένη λέξη
服氣
Παραδοσιακή λέξη

服气 ελληνικός ορισμός

fú qì

  • πεισμένος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 服 (fú): ρούχα
  • 气 (qì): αέριο