朴实 έννοια και προφορά

朴实
Απλοποιημένη λέξη
樸實
Παραδοσιακή λέξη

朴实 ελληνικός ορισμός

pǔ shí

  • απλός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 朴 (pǔ): απλός
  • 实 (shí): πραγματικός