来源 έννοια και προφορά

来源
Απλοποιημένη λέξη
來源
Παραδοσιακή λέξη

来源 ελληνικός ορισμός

lái yuán

  • πηγή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 来 (lái): ελα
  • 源 (yuán): πηγή