桥梁 έννοια και προφορά

桥梁
Απλοποιημένη λέξη
橋梁
Παραδοσιακή λέξη

桥梁 ελληνικός ορισμός

qiáo liáng

  • γέφυρα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 桥 (qiáo): γέφυρα
  • 梁 (liáng): δέσμη