棍棒 έννοια και προφορά

棍棒
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

棍棒 ελληνικός ορισμός

gùn bàng

  • ραβδί

HSK level


Χαρακτήρες

  • 棍 (gùn): ραβδί
  • 棒 (bàng): γκλομπ