概括 έννοια και προφορά

概括
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

概括 ελληνικός ορισμός

gài kuò

  • γενικεύω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 概 (gài): γενικός
  • 括 (kuò): περιλαμβάνω