模仿 έννοια και προφορά

模仿
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

模仿 ελληνικός ορισμός

mó fǎng

  • μιμούμαι

HSK level


Χαρακτήρες

  • (mó): μούχλα
  • 仿 (fǎng): μιμούμαι