模特 έννοια και προφορά

模特
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

模特 ελληνικός ορισμός

mó tè

  • μοντέλο

HSK level


Χαρακτήρες

  • (mó): μούχλα
  • (tè): ειδικός