武装 έννοια και προφορά

武装
Απλοποιημένη λέξη
武裝
Παραδοσιακή λέξη

武装 ελληνικός ορισμός

wǔ zhuāng

  • ενοπλος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 武 (wǔ): γου
  • 装 (zhuāng): εγκαθιστώ