母语 έννοια και προφορά

母语
Απλοποιημένη λέξη
母語
Παραδοσιακή λέξη

母语 ελληνικός ορισμός

mǔ yǔ

  • μητρική γλώσσα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (mǔ): μητέρα
  • (yǔ): γλώσσα