污蔑 έννοια και προφορά

污蔑
Απλοποιημένη λέξη
汙蔑
Παραδοσιακή λέξη

污蔑 ελληνικός ορισμός

wū miè

  • συκοφαντία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 污 (wū): απόβλητα
  • 蔑 (miè): κηλίδα