治理 έννοια και προφορά

治理
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

治理 ελληνικός ορισμός

zhì lǐ

  • διακυβέρνηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 治 (zhì): κανόνας
  • 理 (lǐ): λόγος