泄气 έννοια και προφορά

泄气
Απλοποιημένη λέξη
泄氣
Παραδοσιακή λέξη

泄气 ελληνικός ορισμός

xiè qì

  • αποθαρρυνμένος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 泄 (xiè): διέξοδος
  • 气 (qì): αέριο