泡沫 έννοια και προφορά

泡沫
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

泡沫 ελληνικός ορισμός

pào mò

  • αφρός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 泡 (pào): φυσαλλίδα
  • 沫 (mò): αφρός