测验 έννοια και προφορά

测验
Απλοποιημένη λέξη
測驗
Παραδοσιακή λέξη

测验 ελληνικός ορισμός

cè yàn

  • δοκιμή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 测 (cè): μέτρηση
  • 验 (yàn): δοκιμή