浸泡 έννοια και προφορά

浸泡
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

浸泡 ελληνικός ορισμός

jìn pào

  • μουλιάζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jìn): βουτιά
  • (pào): φυσαλλίδα