消毒 έννοια και προφορά

消毒
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

消毒 ελληνικός ορισμός

xiāo dú

  • απολυμαίνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 消 (xiāo): εξαλείφω
  • 毒 (dú): δηλητήριο