温带 έννοια και προφορά

温带
Απλοποιημένη λέξη
溫帶
Παραδοσιακή λέξη

温带 ελληνικός ορισμός

wēn dài

  • εύκρατη ζώνη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 温 (wēn): θερμοκρασία
  • 带 (dài): ζώνη