游览 έννοια και προφορά

游览
Απλοποιημένη λέξη
遊覽
Παραδοσιακή λέξη

游览 ελληνικός ορισμός

yóu lǎn

  • περιοδεία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 游 (yóu): περιοδεία
  • 览 (lǎn): θέα