满足 έννοια και προφορά

满足
Απλοποιημένη λέξη
滿足
Παραδοσιακή λέξη

满足 ελληνικός ορισμός

mǎn zú

  • ικανοποιώ

HSK level


Χαρακτήρες

  • (mǎn): γεμάτος
  • (zú): πόδι