灌溉 έννοια και προφορά

灌溉
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

灌溉 ελληνικός ορισμός

guàn gài

  • άρδευση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 灌 (guàn): ποτίζω
  • 溉 (gài): ποτίζω