灵感 έννοια και προφορά

灵感
Απλοποιημένη λέξη
靈感
Παραδοσιακή λέξη

灵感 ελληνικός ορισμός

líng gǎn

  • έμπνευση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 灵 (líng): πνεύμα
  • 感 (gǎn): έννοια