灾害 έννοια και προφορά

灾害
Απλοποιημένη λέξη
災害
Παραδοσιακή λέξη

灾害 ελληνικός ορισμός

zāi hài

  • καταστροφή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 灾 (zāi): καταστροφή
  • 害 (hài): κανω κακο