热闹 έννοια και προφορά

热闹
Απλοποιημένη λέξη
熱鬧
Παραδοσιακή λέξη

热闹 ελληνικός ορισμός

rè nao

  • ζωηρός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (rè): θερμότητα
  • (nào): κάνω ζημιές, φασαρίες κ.τ.λ

Παραδείγματα ποινών με 热闹

  • 大街上非常热闹。
    Dàjiē shàng fēicháng rènào.