理由 έννοια και προφορά

理由
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

理由 ελληνικός ορισμός

lǐ yóu

  • λόγος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 理 (lǐ): λόγος
  • 由 (yóu): με