生产 έννοια και προφορά

生产
Απλοποιημένη λέξη
生産
Παραδοσιακή λέξη

生产 ελληνικός ορισμός

shēng chǎn

  • παράγω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 生 (shēng): γεννάω
  • 产 (chǎn): παράγω