生锈 έννοια και προφορά

生锈
Απλοποιημένη λέξη
生鏽
Παραδοσιακή λέξη

生锈 ελληνικός ορισμός

shēng xiù

  • σκουριά

HSK level


Χαρακτήρες

  • (shēng): γεννάω
  • (xiù): σκουριά