疼爱 έννοια και προφορά

疼爱
Απλοποιημένη λέξη
疼愛
Παραδοσιακή λέξη

疼爱 ελληνικός ορισμός

téng ài

  • αγάπη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 疼 (téng): πόνος
  • 爱 (ài): αγάπη