瘫痪 έννοια και προφορά

瘫痪
Απλοποιημένη λέξη
癱瘓
Παραδοσιακή λέξη

瘫痪 ελληνικός ορισμός

tān huàn

  • παράλυση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 瘫 (tān): παράλυση
  • 痪 (huàn): παράλυτος