百分之 έννοια και προφορά

百分之
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

百分之 ελληνικός ορισμός

bǎi fēn zhī

  • τοις εκατό

HSK level


Χαρακτήρες

  • 百 (bǎi): εκατό
  • 分 (fēn): λεπτό
  • 之 (zhī): του

Παραδείγματα ποινών με 百分之

  • 任务完成百分之八十了。
    Rènwù wánchéng bǎi fēn zhī bāshíle.