目的 έννοια και προφορά

目的
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

目的 ελληνικός ορισμός

mù dì

  • σκοπός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 目 (mù): είδος
  • 的 (de): του

Παραδείγματα ποινών με 目的

  • 我不明白他这样做的目的。
    Wǒ bù míngbái tā zhèyàng zuò de mùdì.