目睹 έννοια και προφορά

目睹
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

目睹 ελληνικός ορισμός

mù dǔ

  • μάρτυρας

HSK level


Χαρακτήρες

  • (mù): είδος
  • (dǔ): βλέπω