直径 έννοια και προφορά

直径
Απλοποιημένη λέξη
直徑
Παραδοσιακή λέξη

直径 ελληνικός ορισμός

zhí jìng

  • διάμετρος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 直 (zhí): ευθεία
  • 径 (jìng): μονοπάτι