石油 έννοια και προφορά

石油
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

石油 ελληνικός ορισμός

shí yóu

  • λάδι

HSK level


Χαρακτήρες

  • (shí): πέτρα
  • (yóu): λάδι