破产 έννοια και προφορά

破产
Απλοποιημένη λέξη
破産
Παραδοσιακή λέξη

破产 ελληνικός ορισμός

pò chǎn

  • πτώχευση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 破 (pò): σπασμένος
  • 产 (chǎn): παράγω