神态 έννοια και προφορά

神态
Απλοποιημένη λέξη
神態
Παραδοσιακή λέξη

神态 ελληνικός ορισμός

shén tài

  • συμπεριφορά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 神 (shén): θεός
  • 态 (tài): κατάσταση