态 έννοια και προφορά

态
Απλοποιημένος χαρακτήρας
態
Παραδοσιακός χαρακτήρας

态 ελληνικός ορισμός

tài

  • κατάσταση

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 太 : πολύ
  • 汰 : εξαλείφω
  • 泰 : ταϊλανδέζικα
  • 肽 : peptide (two or more amino acids linked by peptide bonds CO-NH);
  • 酞 : phthalein (chemistry);
  • 钛 : titanium (chemistry);

Παραδείγματα ποινών με 态

  • 服务员对顾客的态度非常好。
    Fúwù yuán duì gùkè de tàidù fēicháng hǎo.
  • 我们要用积极的态度面对生活。
    Wǒmen yào yòng jījí de tàidù miàn duì shēnghuó.

Λέξεις που περιέχουν 态, ανά επίπεδο HSK