科目 έννοια και προφορά

科目
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

科目 ελληνικός ορισμός

kē mù

  • θέμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 科 (kē): κλαδί
  • 目 (mù): είδος