租赁 έννοια και προφορά

租赁
Απλοποιημένη λέξη
租賃
Παραδοσιακή λέξη

租赁 ελληνικός ορισμός

zū lìn

  • μίσθωση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zū): ενοίκιο
  • (lìn): ενοίκιο