立交桥 έννοια και προφορά

立交桥
Απλοποιημένη λέξη
立交橋
Παραδοσιακή λέξη

立交桥 ελληνικός ορισμός

lì jiāo qiáo

  • υπερυψωμένη διάβαση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (lì): σήκω πάνω
  • (jiāo): σταυρός
  • (qiáo): γέφυρα