立体 έννοια και προφορά

立体
Απλοποιημένη λέξη
立體
Παραδοσιακή λέξη

立体 ελληνικός ορισμός

lì tǐ

  • τρισδιάστατο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 立 (lì): σήκω πάνω
  • 体 (tǐ): σώμα