立足 έννοια και προφορά

立足
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

立足 ελληνικός ορισμός

lì zú

  • στάσου

HSK level


Χαρακτήρες

  • (lì): σήκω πάνω
  • (zú): πόδι