筹备 έννοια και προφορά

筹备
Απλοποιημένη λέξη
籌備
Παραδοσιακή λέξη

筹备 ελληνικός ορισμός

chóu bèi

  • παρασκευή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 筹 (chóu): υψώνω
  • 备 (bèi): προετοιμάζω