系领带 έννοια και προφορά

系领带
Απλοποιημένη λέξη
系領帶
Παραδοσιακή λέξη

系领带 ελληνικός ορισμός

jì lǐng dài

  • φόρεσε γραβάτα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 系 (xì): σύστημα
  • 领 (lǐng): περιλαίμιο
  • 带 (dài): ζώνη