绑架 έννοια και προφορά

绑架
Απλοποιημένη λέξη
綁架
Παραδοσιακή λέξη

绑架 ελληνικός ορισμός

bǎng jià

  • απαγωγή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 绑 (bǎng): γραβάτα
  • 架 (jià): πλαίσιο