结实 έννοια και προφορά

结实
Απλοποιημένη λέξη
結實
Παραδοσιακή λέξη

结实 ελληνικός ορισμός

jiē shi

  • στερεός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 结 (jié): κόμπος
  • 实 (shí): πραγματικός